|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο amount παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: net
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Κύριες μεταφράσεις |
| amount n | (quantity) | ποσότητα ουσ θηλ |
| | You need an equal amount of flour and sugar. |
| | Χρειάζεσαι ίση ποσότητα αλευριού και ζάχαρης. |
| amount n | (sum total) (χρηματικό) | ποσό ουσ ουδ |
| | | σύνολο ουσ ουδ |
| | The amount on the bill was more than he expected. |
| | Το ποσό του λογαριασμού ήταν μεγαλύτερο απ' όσο περίμενε. |
| amount to [sth] vi + prep | (total) | ανέρχομαι σε ρ αμ + πρόθ |
| | The bill might amount to more than you can afford. |
| | Ο λογαριασμός ίσως ανέρχεται σε μεγαλύτερο ποσό απ' όσο μπορείς να διαθέσεις. |
| amount to [sth] vi + prep | figurative (be the same as) (είμαι το ίδιο με) | ισοδυναμώ με ρ αμ + πρόθ |
| | (καθομιλουμένη) | κάνει, είναι ρ απρ |
| | (αναφέρεται σε αριθμό) | ανέρχομαι σε ρ αμ + πρόθ |
| | Slander or libel, it amounts to the same thing. |
| | Δυσφήμηση ή συκοφαντία, με το ίδιο πράγμα ισοδυναμούν. |
| | Δυσφήμηση ή συκοφαντία, το ίδιο κάνει (or: είναι). |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Τα θύματα του σεισμού ανέρχονται στις πέντε χιλιάδες. |
| amount to [sth] vi + prep | figurative (become) | γίνομαι ρ συνδ |
| | He was told he would never amount to much. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| amount n | (loan: principal plus interest) | ποσό ουσ ουδ |
| | The amount to be repaid was more than he had expected. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: Σύνθετοι τύποι:
|
| a certain amount of [sth] n | (modicum, small quantity) | κάποιος βαθμός περίφρ |
| | | κάποιος επίθ |
| | | λίγο επίρ |
| | | ένας κάποιος έκφρ |
| | You need to use a certain amount of caution when using that product. |
| | Χρειάζεται μια κάποια προσοχή κατά τη χρήση αυτού του προϊόντος. |
| a certain amount of [sth] n | (specified quantity) | ορισμένη ποσότητα, συγκεκριμένη ποσότητα περίφρ |
| | | ορισμένο ποσό, συγκεκριμένο ποσό περίφρ |
| amount due n | (sum of money owed) | οφειλόμενο υπόλοιπο, οφειλόμενο ποσό, ποσό προς πληρωμή ουσ ουδ |
| | The amount due is $45. |
| amount payable n | (sum that is owed) | ποσό προς πληρωμή περίφρ |
| | (λόγιος) | καταβλητέο ποσό, πληρωτέο ποσό επίθ + ουσ ουδ |
| carrying amount n | (finance: book value) | λογιστική αξία επίθ + ουσ θηλ |
| certain amount n | (specific quantity) | ορισμένο ποσό, συγκεκριμένο ποσό περίφρ |
| | | ορισμένη ποσότητα, συγκεκριμένη ποσότητα περίφρ |
| | However, be aware that you may only ask for urgency loans up to a certain amount. |
| certain amount n | (unspecified quantity) (αόριστο) | κάποιο ποσό περίφρ |
| | | κάποια ποσότητα περίφρ |
| | After pouring a certain amount of sugar in the bowl she started stirring the mixture. |
| gross amount n | (total amount before deductions) | μεικτό, ακαθάριστο ποσό ουσ ουδ |
| large amount n | (a lot) | πολύ, μεγάλη ποσότητα έκφρ |
| | I am unable to buy a new house since I have such a large amount of debt. |
| not amount to anything v expr | figurative, informal (be a failure) | δεν πετυχαίνω τίποτα περίφρ |
| | | δεν έχω επιτυχία περίφρ |
| | (ανεπίσημο, καθομ: άτομο) | είμαι νούλα ρ έκφρ |
| not amount to anything v expr | figurative, informal (action: be ineffective) | δεν έχω επιτυχία, δεν έχω αποτέλεσμα περίφρ |
| | (καθομιλουμένη) | είμαι μια τρύπα στο νερό έκφρ |
recommended daily value, recommended dietary allowance, recommended daily amount, recommended daily intake n | (nutrient: healthy amount per day) | συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη φρ ως ουσ θηλ |
| | | συνιστώμενη ημερήσια δόση φρ ως ουσ θηλ |
| | The recommended daily value of dietary fiber is 25 to 35 grams. |
| right amount n | (appropriate sum of money) | σωστό ποσό, ακριβές ποσό ουσ ουδ |
| | Were you paid the right amount of money? |
| | Πληρώθηκες το ακριβές ποσό; |
| right amount n | (correct quantity) | σωστό ποσό, ακριβές ποσό ουσ ουδ |
| | He has to have just the right amount of milk in his tea. |
| small amount n | (little bit) | λίγο επίρ |
| | You should only eat a small amount of salt per day. |
| total amount n | (overall quantity or sum) | συνολικό ποσό επίθ + ουσ ουδ |
| | | σύνολο, άθροισμα ουσ ουδ |
|
|